Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Βαούμενος, -η, -ον »

Μετοχή

Σημασία:

βλ. βαδωμένος (1. ο κλεισμένος. 2. ο κατειλημμένος).

Συνώνυμα:

Βαωμένος, -η, -ον