Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Βαρβατζ̌ία (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

η οχλαγωγία.

Ετυμολογία:

ηχοπ. βαρ-βαρ (πρβ. και βάρβαρος)

Συνώνυμα:

Βαρβατζ̌ιά (η), Βαρβατζ̌ισμός (ο)