Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Βάρτουλον (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. λωρίδα όπου γινόταν το ράψιμο του πλαστικού πάτου στα παπούτσια. 2. βλ. βάρτικα (ποικιλία κυπριακού σύκου).