Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Βαρυγομαρκάρης (o) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. ο υπερβολικά φορτωμένος 2. μτφ. αυτός που εκτελεί μια εργασία με το ζόρι

Παροιμίες:

"ο γάρος ο οκνιάρης εν τζαι βαρυγομαρκάρης" =λέγεται για όσους βαριούνται να εκτελέσουν μια εργασία κι έτσι στο τέλος την εκτελούν με το ζόρι και όχι αποτελεσματικά