Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Βαρυκαρτισμένος -η, -ον »

Μετοχή

Σημασία:

ο πληγωμένος συναισθηματικά

Ετυμολογία:

βαρύ= βαριά+καρκιά= καρδιά

Συνώνυμα:

Βαρύκαρτος, -η, -ον

Ειδικές φράσεις:

«...να μεν έσ̌εις παράπονο που σε βαρυκαρτίζω τζ̌αι για σας ισκέφτουμαι, για λλόου σας πασκίζω...» (Ανδρέου Ανδρέα, « Αυγόρου-το χθες και το σήμερα», σελ. 179, 2002)