Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Βασκιούμαι »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. Βασκιέμαι (1. έχω χρήματα, είμαι σε καλή οικονομική κατάσταση. 2. χαίρω καλής υγιείας ακόμα και σε προχωρημένη ηλικία).