Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Βάτεμμαν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. η συνουσία των ζώων, για σκοπούς αναπαραγωγής 2. χυδαϊστί, το σεξ