Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Βκιαστικός, -ή, -όν »

Επίθετο

Σημασία:

ο βιαστικός.

Συνώνυμα:

Δκιαστικός, Θκιαστικός, -ή, -όν