Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Γεννήσ̌ιος μου (σου, του) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

εκ γενετής

Συνώνυμα:

Που γεννησιμιού μου (σου, του), Που γεννήσ̌ιος μου (σου, του)