Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Γημμένος, -η, -ον »

Μετοχή

Σημασία:

1. ο δεμένος. 2. μτφ. ο μαγεμένος.

Συνώνυμα:

Δημμένος, -η, -ον