Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Γήννω »

Ρήμα

Σημασία:

1. δένω. 2. κάνω μάγια σε κάποιον για να είναι ανίκανος ερωτικά.

Συνώνυμα:

Δήννω