Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Γρουσός, -ή, -όν »

Επίθετο

Σημασία:

βλ. γρουσαφένος (ο χρυσαφένιος).

Συνώνυμα:

Χρουσάφιν (το), Χρουσαφένος, -η, -ον, Χρουσός, -ή, -όν