Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Γτοσ̌έριν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. γτιν (1. το γουδί και το γουδοχέρι. 2. μτφ. ο ξεροκέφαλος).

Συνώνυμα:

Χτιν, Χτοσ̌έριν (το)