Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Γύπας (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. γιούπας (ο γύπας, μεγαλόσωμο αρπακτικό πουλί από τα ιερακόμορφα με γυμνό κεφάλι και μακρύ λαιμό και ράμφος γαμψό στην άκρη, που τρέφεται με πτώματα).