Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Δακκαννιάρης, -α, -ικον »

Επίθετο

Σημασία:

ο δαγκανιάρης, αυτός που έχει τη συνήθεια να δαγκώνει.

Ετυμολογία:

δακκάνω <μεσαιων. δακώνω <αρχ. δάκος (=ζώο με επικίνδυνο δάγκωμα).