Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Δακκαννούρα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. ακκαννούρα (1. η δαγκάνα. 2. ονομασία πουλιού. 3. αγκίστρι).