Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Δασκαλιτζ̌ή »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. η διδασκαλία. 2. το επάγγελμα του δασκάλου 3. μτφ. το δασκάλεμα.