Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Γιάλι άλι »

Επίρρημα

Σημασία:

σιγά- σιγά, χωρίς βία. Αντίστοιχο και το νεοελληνικό "αγιάλι-αγιάλι"

Ετυμολογία:

μεσν. αγάλη (με αντιμετάθεση) < αρχ. επίθετο γαληνός