Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Γινάτον (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. γινάτιν (η επιμονή, η πεισματοσύνη).

Συνώνυμα:

Ινάτιν (το)