Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Γιούλλης (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. γιόκκας (χαϊδευτική προσφώνηση αγοριού).

Συνώνυμα:

Γιούδιν (το)