Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Γισ̌ιώννω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. γιδώννω (1. προχωρώ με άμεσο τρόπο. 2. κάνω κάτι ίσιο).