Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Γομαρκά (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. γομάριν (1. το φόρτωμα. 2. μτφ. η υποχρέωση να κάνουμε κάτι που δεν το επιθυμούμε).