Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Γρατζ̌ιάζω »

Ρήμα

Σημασία:

1. γίνομαι δυνατός, θεριεύω. 2. μτφ. καταξιώνομαι οικονομικά ή και κοινωνικά.

Συνώνυμα:

Δρατζ̌ιάζω