Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Γέλαστρον (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. αναγέλαστον (1. αυτόν που κοροϊδεύουν. 2. η πράξη που είναι για γέλια).

Συνώνυμα:

Αναέλαστρον, Ανηέλαστρον (το)