Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Δρώπης (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. γρώπης [ο ύδρωπας, παθολογική συσσώρευση ορώδους υγρού σε κοιλότητα του σώματος ή συνδετικό ιστό (ιδίως στον υποδόριο ιστό)].