Σχετικά με την Polignosi
|
Χορηγοί
Τρίτη 31 Μαρτίου 2026
Η Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια
Εξειδικευμένη Αναζήτηση
Λήμματα (Α-Ω)
Σαν Σήμερα
Κυπριακή Διάλεκτος (Α-Ω)
Φώτο Γκάλερι
Αφιερώματα
Κοινόν Κυπρίων
Ογκολογικό Κέντρο
Πολιτιστικό Ίδρυμα
IDEA
SupportCY
Κουίζ
Γενικές γνώσεις
Γεωγραφία
Ιστορία
Πολιτισμός
Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Δρωπικώ »
Ρήμα
Σημασία:
1. παθαίνω ύδρωπα, παθολογική συσσώρευση ορώδους υγρού σε κοιλότητα του σώματος ή συνδετικό ιστό. 2. μτφ. λυπάμαι, βαρυγγωμώ.
Συνώνυμα:
Δρωπιτζ̌ιάζω