Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Δρωπικώ »

Ρήμα

Σημασία:

1. παθαίνω ύδρωπα, παθολογική συσσώρευση ορώδους υγρού σε κοιλότητα του σώματος ή συνδετικό ιστό. 2. μτφ. λυπάμαι, βαρυγγωμώ.

Συνώνυμα:

Δρωπιτζ̌ιάζω