Σχετικά με την Polignosi
|
Χορηγοί
Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026
Η Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια
Εξειδικευμένη Αναζήτηση
Λήμματα (Α-Ω)
Σαν Σήμερα
Κυπριακή Διάλεκτος (Α-Ω)
Φώτο Γκάλερι
Αφιερώματα
Κοινόν Κυπρίων
Ογκολογικό Κέντρο
Πολιτιστικό Ίδρυμα
IDEA
SupportCY
Κουίζ
Γενικές γνώσεις
Γεωγραφία
Ιστορία
Πολιτισμός
Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Δρωπιτζ̌ιάζω »
Ρήμα
Σημασία:
βλ. δρωπικώ (1. παθαίνω ύδρωπα, παθολογική συσσώρευση ορώδους υγρού σε κοιλότητα του σώματος ή συνδετικό ιστό. 2. μτφ. λυπάμαι, βαρυγγωμώ).