Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Εγίνηκεν »

Ρήμα

Σημασία:

έγινε.

Ετυμολογία:

αόρ. του γινίσκουμαι <γίνομαι

Συνώνυμα:

Εγίνην