Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Εζιέττιν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

πόνος, καταπίεση, δυσκολία, κακομεταχείριση

Ετυμολογία:

τουρκ. eziyet

Συνώνυμα:

Εζέττιν (το), ζιέττιν (το)