Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Εμπλάσκω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. εμπλάζω (1.ανταμώνω, συναντώ. 2. προσεγγίζω).

Συνώνυμα:

Μπλάζω, Mπλάσκω