Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ζαοζίνιχος (ο) »

Επίθετο

Σημασία:

ο άνθρωπος με στραβό αυχένα.

Συνώνυμα:

Ζαοζίνισ̌η (η), -ον, Ζαολαίμης, -α, -ικον, Ζαόλαιμος, -η, -ον.