Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ζαονούρης, -α, -ικον »

Επίθετο

Σημασία:

1. ζώο με στραβή ουρά. 2. αυτός που δεν περπατά ίσια (γέρνει ή και στρίβει το σώμα του).