Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Δειλινόκαμμαν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

άπνοια από τη ζέστη κατά τις απογευματινές ώρες.

Ετυμολογία:

Δειλινό + καίω