Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Δησόβρυος, -η, -ον »

Επίθετο

Σημασία:

1. αυτός που έχει ενωμένα και παχιά φρύδια. 2. μτφ. α) ο κατσούφης. β. ο τυπικός.

Συνώνυμα:

Δησόφρυος, -η, -ον