Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Δικονίζουμαι »

Ρήμα

Σημασία:

διακονεύω, ζητιανεύω.

Συνώνυμα:

Δκιακονεύκω, Δκιακονώ, Ζηδκιανεύκω, Ζηθκιανεύκω, Θκιακονώ, Ψουμοζητώ