Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Δικούτσι̌ν τζ̌αι Τρικούτσ̌ιν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

πηδήματα με το ένα πόδι (κουτσαντήριν= κουτσό).