Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Δίκροκον (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

αβγό με δύο κρόκους.

Ειδικές φράσεις:

"επήεν μου δίκροκον" = φοβήθηκα πολύ