Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Διπλάρα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. δίπλαρος (ο δίδυμος αδελφός).

Συνώνυμα:

Διπλαρίν (το)