Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Δκιάζυα (τα) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. διάζυα (1. διαγώνια. 2. λοξά. 3. η σταύρωση των χεριών δύο ατόμων για μεταφορά κάποιου τρίτου. 4. ειδική κατασκευή για μεταφορά ατόμων ή αντικειμένων).

Συνώνυμα:

Θκιάζυα