Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Δκιακλύζω »
Ρήμα
Σημασία:
1. ξεβγάζω. 2. διαχέω. 3. διανέμω. 4. στραγγίζω.
Συνώνυμα:
Δκιακλώ, Θκιακλύζω, Θκιακλώ
Ειδικές φράσεις:
«...εις τον Αβράτην έτρεξα τον μαύρον να δκιακλύσω.
Τζ̌ει μες΄εν ο Σαρατζ̌ηνός που εν΄να σ̌αιρετίσω...»
(Φαρμακίδη Ξενοφώντος, «Άπαντα», σελ.12, 2008, εκδ.Επιφανίου)