Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Δκιανεμμός (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. δκιάνεμμαν (1. η βόλτα. 2. η τσάρκα).

Συνώνυμα:

Θκιάνεμμαν (το)