Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Δκιαολεμμένος, -η, -ον »

Μετοχή

Σημασία:

1. ο διαβολεμμένος. 2. ο πανέξυπνος. 3. μτφ. κάτι οξύ και έντονο (π.χ. καιρικά φαινόμενα).

Συνώνυμα:

Θκιαολεμμένος, -η, -ον