Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Δκιαρτίζω »

Ρήμα

Σημασία:

πλάθω ψωμιά, ραντίζω το ζυμάρι με ξερό αλεύρι.

Συνώνυμα:

Θκιαρτίζω, Φκιαρτίζω