Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Δκιαρτοσάνιον (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. δκιαρτισκιά (επίπεδη σανίδα από ξύλο, που χρησιμοποιείται για πλάσιμο).

Συνώνυμα:

Σανιδκιά, Σανιθκιά (η)