Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Δκιαφεντεμμένος, -η, -ον »

Μετοχή

Σημασία:

βλ. διαφεντεμμένος (1. ο επιτηρούμενος. 2. ο εξουσιαζόμενος. 3. ο απαγορευμένος).