Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Δοτζ̌ίμιν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. διτζ̌ίμιν [1. βαρύ αντικείμενο για ανύψωση. 2. άρση βαρών (αρχαίο αγώνισμα)].