Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Δόχνει μου (σου, του) »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. δόγνει μου (σου, του) (1. παίρνω ή παίρνει απότομη απόφαση. 2. μου μοιάζει καλή ιδέα).