Σχετικά με την Polignosi
|
Χορηγοί
Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026
Η Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια
Εξειδικευμένη Αναζήτηση
Λήμματα (Α-Ω)
Σαν Σήμερα
Κυπριακή Διάλεκτος (Α-Ω)
Φώτο Γκάλερι
Αφιερώματα
Κοινόν Κυπρίων
Ογκολογικό Κέντρο
Πολιτιστικό Ίδρυμα
IDEA
SupportCY
Κουίζ
Γενικές γνώσεις
Γεωγραφία
Ιστορία
Πολιτισμός
Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Δράκα (η) »
Ουσιαστικό
Σημασία:
1. ό,τι χωράει στη χούφτα ενός ανθρώπου. 2. μτφ. η αμελητέα ποσότητα, η ελάχιστη.
Συνώνυμα:
Δρατζ̌ιά (η), Μονόδρακον, Μονόσ̌ερον (το)