Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ζίλικουρτιν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. ασθένεια των ζώων. 2. μτφ. σκάσε (άκομψη λέξη).

Ετυμολογία:

ζίλικουρτι (το) ουσ. [< υπάρχει μια πιθανολογούμενη ετυμολογία, που θέλει αυτή λέξη να είναι παραφθορά της φράσης "ζάλη ιλίγγου να σου έρθει".

Ειδικές φράσεις:

Βγκάλε ζίλικουρτι: Σκάσε Βγκάλε ζίλικουρτιν τζιαι βλαγγάρα: Κατάρα. Να αρρωστήσεις και να πεθάνεις