Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ζόλος (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. βρόμα (1. η κακοσμία. 2. η ακαθαρσία).

Συνώνυμα:

Βρώμος, Ζόολος (ο)